κτίζω

κτίζω населять (страну); основывать (город) (ср. ἥρως κτίστης герой-основатель)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κτίζω" в других словарях:

  • κτίζω — people pres subj act 1st sg κτίζω people pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτίζω — → δες χτίζω …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κτίζω — κ. χτίζω ρ. μετβ. 1) строить, сооружать, возводить; 2) сотворить: ο Θεός έκτισε τον κόσμο σε εφτά ημέρες Господь сотворил мир за семь дней Этим. «производить на свет, порождать, основывать, строить, совершать» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • κτίζω — και χτίζω έκτισα και έχτισα, κτίστηκα και χτίστηκα, κτισμένος και χτισμένος 1. οικοδομώ. 2. φράζω με τοίχο. 3. ιδρύω πόλη. 4. δημιουργώ από το μηδέν: Ο Θεός έκτισε τον κόσμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κτίζω — και χτίζω (AM κτίζω) 1. (για πόλη) ανεγείρω, ιδρύω, θεμελιώνω (α. «κτιζομένη πόλις», Φιλόδ. β. «ο Μέγας Αλέξανδρος έκτισε την Αλεξάνδρεια» γ. «Πάμμιλον πέμψαντες Σελινοῡντα κτίζουσι», Θουκ. δ. «Σμύρνην τὴν ἀπὸ Κολοφώνος κτισθεῑσαν», Ηρόδ.) 2.… …   Dictionary of Greek

  • κτίζον — κτίζω people pres part act masc voc sg κτίζω people pres part act neut nom/voc/acc sg κτίζω people imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) κτίζω people imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκτισμένα — κτίζω people perf part mp neut nom/voc/acc pl κεκτισμένᾱ , κτίζω people perf part mp fem nom/voc/acc dual κεκτισμένᾱ , κτίζω people perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτίζεσθε — κτίζω people pres imperat mp 2nd pl κτίζω people pres ind mp 2nd pl κτίζω people imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτίζῃ — κτίζω people pres subj mp 2nd sg κτίζω people pres ind mp 2nd sg κτίζω people pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτίσαι — κτίζω people aor imperat mid 2nd sg κτίζω people aor inf act κτίσαῑ , κτίζω people aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτίσον — κτίζω people aor imperat act 2nd sg κτίζω people fut part act masc voc sg κτίζω people fut part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.